Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Καημένη Ελλάδα...

Φώτης Κόντογλου:Καημένη Ελλάδα, την κηδεία σου την γιορτάζουνε σαν γάμο...




Σήμερα νομίζεται καλς σ λα, ποιος εναι διάφορος, ποιος δν νοιάζεται γι τίποτα, ποιος δν νιώθει καμι εθύνη. λλις τν λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. ποιος γαπ τν χώρα μας, τ θη κα θιμά μας, τν παράδοσή μας, τν γλώσσα μας, θεωρεται πισθοδρομικός. Ο διάφοροι παιρνον γι φιλελεύθεροι νθρωποι, γι νθρωποι πο ζονε μ τ πνεμα τς ποχς μας, πο χουν γι πιστεύω τν καλοπέραση, τ εκολο κέρδος, τς εκολίες, τς ναπαύσεις, κι ς μν πομείν τίποτα πο ν θυμίζ σ ποι μέρος βρισκόμαστε, π πο κρατμε, ποιο ζήσανε πρν π μς στν χώρα μας. ξενομανία μς γινε τώρα σωστ ξενοδουλεία, σήμερα περν γι ρετή, κι ποιος χ τούτη τν ρρώστεια πι βαρει παρμένη, λογαριάζεται γι σπουδαος νθρωπος.
λλάδα γινε να παζάρι πο πουλιονται λα, σ ποιον θέλ ν τ γοράσ. Καταντήσαμε ν μν χουμε πάνω μας τίποτα λληνικό, π τ σμα μας σαμε τ πνεμα μας. 

Τ μασκάρεμα ρχισε πρτα π τ πνεμα, κα στερα φθασε κα στ σμα. Περισσότερο ντιστάθηκε σ ατ τν παραμόρφωση λας κα βαστάξε καμπόσο, μ στ τέλος τν πρε τ ρεμα κα πάει κα ατός. Μάλιστα εναι χειρότερος π τος γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τ φερσίματα κα τς κουβέντες πο βλέπει στν κινηματογράφο, γινε φιλότιμος κα διάντροπος. ν πρτα ξεχώριζε π λλες φυλές, γιατ ταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα γινε γνώριστος. Τ μορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα μ τν μέρα. Κα ο λιγοστο πο διατηρονε κόμη λίγα σημάδια π τν μορφι τς λληνικς ψυχς, παρασέρνονται σ ατ τν παραμόρφωση π τος πολλούς, πο εναι ο ξυπνοι, ο συγχρονισμένοι, ο μοντέρνοι, λλ πο εναι στ᾿ ληθιν ο ναίσθητοι κα ο ποκτηνωμένοι. Ο καλο ντρέπονται γιατ εναι καλοί, συμμαζεμένοι κα μ νατροφή. Ο λλοι τος λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικς νθρωπος δύσκολα βρίσκεται πι σήμερα στν τόπο μας. μόδα εναι ν εναι κανες ντιπαθητικός, κρύος, νοστος κα μάγκας. Μάλιστα πως λα φραγκέψανε, φράγκεψε κα μάγκας.
Ο πι γράμματοι νακατώνουνε στν κουβέντα τους κάποια γγλέζικα κα κε πο δν χρειάζονται. σο γι τος γραμματισμένους, λη γραμματοσύνη τους εναι ν μιλνε γγλέζικα κα σ λίγο καιρ δν θ πάρχει λληνας ν μιλ λληνικά. ς καταργηθ λοιπν λληνικ γλώσσα λότελα, ν μν κουράζονται τ παιδιά μας στν σκοπη κμάθευσή της. Κοιτάχτε τ παιδιά μας. Παρατηρεστε τς φυσιογνωμίες τους, τ βλέμμα τους, τς κουβέντες τους, τ στεα τους, τ παιχνίδια τους. λα μυρίζουνε ... λλάδα, ν μν βασκαθομε! Τ μόνο πο πόμεινε λληνικ εναι τ «ρέ». Τ μασκάρεμα γίνεται γοργ κα στ κορμ κα στν ψυχή. Ο λιγοστο πο ντιστέκονται κόμη σ ατν τν κατακλυσμό, πς ν μπορέσουνε ν βαστάξουνε; Γύρω τους βογγ μεθυσμένη νθρωποθάλασσα. ρχεται καινούργιος κόσμος! Τ κολοσσαο μ τ ορλιάσματά του σκεπάζει τς ψαλμδίες πο λένε ο μάρτυρες, περιμένοντας τ θηρία ν τος φνε.
λλ ν θ λείψουν ο λληνες π τ πρόσωπο τς γς, μήπως θ πομείνουν τ βουνά, ο κροθαλασσιές, ο θάλασσες, τ νησι κα τ βράχια μ τν λληνικ χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τ περισσότερα τ χουνε γοράσει νθρωποι πο ρθανε π τν βόρειο κεανό, πόγονοι τν Βικίγκων. κενα τ κακόμοιρα νησι τί συμφορ χουνε πάθει! φτώχεια τους στάθηκε καταστροφή τους. Σήμερα τ ρημάξανε λλοι κουρσάροι, πι πικίνδυνοι πο σφάζουνε μ τ μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τ νησι μ εγενικ τρόπο, μ τ χαμόγελο στ χείλη. Τ σπρα σπιτάκια τν νησιωτν, πο ζούσανε σ ατ πλοϊκο κα συμμαζεμένοι νθρωποι, θαρρες πς γίνανε δημόσια. Κυκλοφορον χιλιάδες φωτογραφίες τς Μυκόνου, τς Πάρου, τς Αγινας, τς δρας, κα ντ ν βλέπ κανες στος στενος δρόμους τος κάποιους ραιος νησιτες ψαράδες, ψημένους στν θάλασσα κα νησιώτισσες μ τ σεμνά τους ροχα, βλέπει ν γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα λόγυμνα, ξενόφερτα, γκαλιασμένοι θεατρινίστικα κα ν κάνουνε κάποιες νοστες πιδείξεις «ταμπλ βιβν», σ ν παίζουν στν κινηματογράφο. Κα ρωτς, κουνώντας τ κεφάλι σου: τί σχέση μπορε ν χουν ατ τ δίποδα, μ κενα τ σπίτια κα μ τ στενοσόκκακα τν νησιν; Ταιριάζουνε μ ατά, σο ταιριάζουνε ο τουρίστες μ τ σρτς μ τν Παρθενώνα πο μπροστά του φωτογραφίζονται. μως κε στέκονται σο ν φωτογραφηθονε, κα δν χουνε γι σπίτι τος τν ρχαο ναό, ν τοτοι στ νησιά, κατοικονε μέσα σ κενα τ ταίριαστα σπίτια. λα πηρετονε τ γοστα ατν τν φεντάδων. Μάλιστα τόσο πολ γαπον ατο τν λλάδα, πο εναι νθουσιασμένοι πς δν θ φήσουνε τίποτα λληνικ που πατήσουνε.
Καημένη λλάδα! Τί τέλος σ περίμενε! Μ δν χεις μήτε κάποιον ν σ κλάψει, γιατ τν κηδεία σου τ γιορτάζουνε σν γάμο, μ χαρς κα μ τραγούδια, πο ατ ετυχς δν εναι λληνικά.  
κοστε τν ξς στορία: χταπόδα βοσκ στν πάτο τς θάλασσας, μαζ μ τ χταποδάκι. ξαφνα τ καμακίζουνε. Τ χταποδάκι φωνάζει: μ πιάσανε μάνα! μάνα του το λέγει: μν φοβσαι παιδί μου! Ξαναφωνάζει τ μικρό: μ βγάζουν π τν θάλασσα! Πάλι λέγει μάνα: μν φοβσαι παιδί μου. Κα πάλι: μ σγουρίζουνε μάνα! Μν φοβσαι παιδί μου! Μ κόβουνε μ τ μαχαίρι! Μν φοβσαι παιδί μου! Μ βράζουνε μάνα! Μν φοβσαι παιδί μου! Μ μασνε μάνα! Μν φοβσαι παιδί μου! Πίνουνε κρασ μάνα! Τότε κείνη ναστέναξε κα φώναξε: χ, σ χασα παιδί μου! Γιατ τ κρασ εναι ντίμαχος το χταποδιο, πειδ τ λιώνει στ στομάχι. Δηλαδ μάνα δν φοβήθηκε μήτε τ μαχαίρι, μήτε τν φωτιά, μήτε τ δόντια, λλ τ κρασί, πο εναι πι ρεμο κα θο μπροστ στ μαχαίρια κα τ δόντια.  
λλάδα σν τ χταποδάκι πέρασε π φωτιές, δόντια, μαχαίρια, λλ πνεμα ΔΕΝ παρέδινε. Φράγκος δν ρχεται μ μαχαίρια, πιστόλια κα φωτιές. ρθε μ χάδια κα γλυκόλογα. ρθε μ δρα, μ λεφτά, ν νακουφίσ τν φτώχεια μας, ν διασκεδάσ μαζί μας, ν χορέψ μαζί μας, ν μς εκολύν τν ζω μ τ μηχανήματά του. πως τ χταποδάκι λιωσε στ κρασί, τσι κα λλάδα κοντεύει ν χαθ π τ γλυκ κρασ πο τν μέθυσε κα δν ξέρει τί κάνει κα ξεγυμνώθηκε κα στρήνιασε κα κ το στρήνους ατς πλούτισεν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου